Τα όρια της καθαρής ενέργειας

InBusinessNews  16/10/2019 09:00
Τα όρια της καθαρής ενέργειας

Η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή μαίνεται τους τελευταίους μήνες. Με την αφορμή των κλιματικών αποχών των σχολείων και κοινωνικών κινημάτων όπως το Extinction Rebellion, ένας αριθμός κυβερνήσεων κύρηξε κατάσταση κλιματικού επείγοντος και τα προοδευτικά κόμματα σχεδιάζουν – επιτέλους – την ταχεία μετάβαση προς την καθαρή ενέργεια υπό το λάβαρο του Green New Deal.

Αυτή είναι μια καλοδεχούμενη εξέλιξη και χρειαζόμαστε ακόμα περισσότερες. Όμως, ένα νέο πρόβλημα αρχίζει να αναδύεται που χρειάζεται την προσοχή μας. Κάποιοι θιασώτες του Green New Deal φαίνεται πως πιστεύουν ότι θα οδηγήσει σε μια ουτοπία “πράσινης ανάπτυξης”¨. Μόλις ανταλλάξουμε τα ορυκτά καύσιμα με την καθαρή ενέργεια, δεν υπάρχει λόγος να μην αναπτυχθεί η οικονομία διαρκώς.

Το αφήγημα αυτό μπορεί να μοιάζει λογικό εκ πρώτης όψεως, αλλά υπάρχουν καλοί λόγοι για να το ξανασκεφτούμε. Ένας από αυτούς σχετίζεται με την ίδια την καθαρή ενέργεια.

Η φράση “καθαρή ενέργεια” συνήθως φέρνει στο μυαλό χαρούμενες, αθώες εικόνες με ζεστά ηλιοβασιλέματα και φρέσκο αέρα. Όμως, παρόλο που ο ήλιος και ο άνεμος προφανώς είναι καθαροί, οι υποδομές που χρειάζονται για να τα συλλάβουμε δεν είναι. Η μετάβαση προς τις ΑΠΕ θα απαιτήσει μια δραματική αύξηση της εξόρυξης των μετάλλων και των σπανίων γαιών με πραγματικά οικολογικά και κοινωνικά κόστη.

Χρειαζόμαστε μια ταχεία επέκταση των ΑΠΕ, ναι, αλλά οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι δεν μπορούμε να αυξάνουμε την κατανάλωση ενέργειας με τους υφιστάμενους ρυθμούς. Καμία μορφή ενέργειας δεν είναι αθώα. Η μόνη πραγματικά αθώα ενέργεια είναι η λιγότερη ενέργεια.

Το 2017, η Παγκόσμια Τράπεζα δημοσίευσε μια έκθεση που πέρασε σχετικά απαρατήρητη και έριχνε φως για πρώτη φορά σε αυτό το ερώτημα. Υπολογίζει την αύξηση στην εξόρυξη των υλικών που θα χρειαστούν για να αποκτήσουμε αρκετά αιολικά και φωτοβολταϊκά ώστε να καλύψουμε ετησίως 7 τεραβάτ ως το 2050. Αυτό θα είναι αρκετό για να ηλεκτροδοτηθεί η μισή παγκόσμια οικονομία. Διπλασιάζοντας τα μεγέθη της Παγκόσμιας Τράπεζας, μπορούμε να εκτιμήσουμε τι θα χρειαστεί για να καλυφθεί όλη η απόσταση μέχρι τις μηδενικές εκπομπές ρύπων και τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά: 34 εκατ. τόνοι χαλκού, 40 εκατ. τόνοι μολύβδου, 50 εκατ. τόνοι ψευδαργύρου, 162 εκατ. τόνοι αλουμινίου και 4,8 δις. τόνοι σιδήρου.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μετάβαση προς τις ΑΠΕ θα απαιτήσει μια τεράστια αύξηση των σημερινών επιπέδων παραγωγής. Για το νεοδύμιο – ένα απαραίτητο στοιχείο στις ανεμογεννήτριες – η παραγωγή πρέπει να αυξηθεί κατά 35%. Οι υψηλότερες εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας μιλούν για διπλασιασμό.

Το ίδιο ισχύει για το ασήμι, που είναι απαραίτητο στα φωτοβολταϊκά. Η εξόρυξη ασημιού θα αυξηθεί κατά 38%, ίσως και κατά 105%. Η ζήτηση για ίνδιο, επίσης απαραίτητο στα φ/β, θα υπερτριπλασιαστεί, ενώ μπορεί να εκτοξευτεί και κατά 920%.

Και έπειτα υπάρχουν και όλες οι μπαταρίες που θα χρειαστούμε για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Προκειμένου να φυλάμε ενέργεια για όταν δεν υπάρχει ήλιος ή άνεμος, θα χρησιμοποιηθούν τεράστιες μπαταρίες σε επίπεδο δικτύου. Αυτό σημαίνει 40 εκατ. τόνους λιθίου, δηλαδή μια απίστευτη αύξηση 2.700% σε σχέση με σήμερα.

Όλα αυτά είναι μόνο για τον ηλεκτρισμό. Πρέπει να σκεφτούμε και τα οχήματα. Φέτος, μια ομάδα Βρετανών επιστημόνων υπέβαλαν μια επιστολή στη βρετανική επιτροπή κλιματικής αλλαγής, όπου ανέλυσαν τις ανησυχίες τους για την οικολογική επίδραση των ηλεκτρικών οχημάτων. Συμφωνούν, βεβαίως, ότι πρέπει να δώσουμε τέλος στην κυκλοφορία των συμβατικών οχημάτων, αλλά υπέδειξαν ότι εκτός αν αλλάξουν οι καταναλωτικές συνήθειες, η αντικατάσταση του στόλου των 2 δις. οχημάτων θα απαιτήσει μια εκρηκτική άνοδο της εξόρυξης: Η παγκόσμια παραγωγή νεοδύμιου και δυσπρόσιου θα αυξηθεί κατά άλλο ένα 70%, του χαλκού θα υπερδιπλασιαστεί και του κοβαλτίου σχεδόν θα τετραπλασιαστεί – για την περίοδο από τώρα ως το 2050.

Το πρόβλημα εδώ πέρα δεν είναι ότι θα ξεμείνουμε από τα απαραίτητα ορυκτά – αν και μπορεί να μας ανησυχήσει. Το πραγματικό θέμα είναι ότι αυτό θα επιδεινώσει την ήδη υπάρχουσα κρίση υπερεξόρυξης. Η εξόρυξη έχει εξελιχθεί σε έναν από τους βασικότερους παράγοντες αποδάσωσης, κατάρρευσης οικοσυστημάτων και απώλειας βιοποικιλότητας ανά τον πλανήτη. Οι οικολόγοι εκτιμούν ότι ακόμα και με βάση τους σημερινούς ρυθμούς κατανάλωσης υλικών, ξεπερνούμε τα βιώσιμα όρια κατά 82%.

 

ΠΗΓΗ: energypress- Foreign Policy

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
Πίσω στην αρχή της σελίδας