Πράσινη Φορολογική Μεταρρύθμιση: Για Μετατροπή της Κύπρου σε Οικονομία Χαμηλών Εκπομπών

Θεόδωρος Ζαχαριάδης  12/06/2017 08:54
Πράσινη Φορολογική Μεταρρύθμιση: Για Μετατροπή της Κύπρου σε Οικονομία Χαμηλών Εκπομπών

Το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων εσόδων των ευρωπαϊκών κρατών προέρχεται από τη φορολόγηση της εργασίας και του εισοδήματος. Αντίθετα, δραστηριότητες που ρυπαίνουν το περιβάλλον ή ξοδεύουν σπάνιους φυσικούς πόρους δεν συνεισφέρουν ιδιαίτερα στα έσοδα των κυβερνήσεων.
 
Στην Κύπρο, τα φορολογικά έσοδα της κυβέρνησης ανέρχονται στο 34% του ΑΕΠ, αρκετά κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από αυτά, οι άμεσοι φόροι και οι ασφαλιστέες εισφορές αντιστοιχούσαν στο 56% όλων των εσόδων. Στον αντίποδα, οι περιβαλλοντικοί φόροι αντιπροσώπευαν το 3,1% του ΑΕΠ ή 9% του συνόλου των φορολογικών εσόδων της Δημοκρατίας – μειωμένοι σημαντικά σε σχέση με μια δεκαετία νωρίτερα. Μάλιστα, η φορολόγηση της ρύπανσης και της κατανάλωσης φυσικών πόρων είναι μηδενική: η χώρα κατατάσσεται τελευταία στην ΕΕ σε αυτούς τους φόρους.
 
Η έμφαση στους άμεσους φόρους θέτει σε κίνδυνο την απασχόληση και την οικονομική ανάπτυξη. Αυξάνει το κόστος της εργασίας και αποθαρρύνει την οικονομική δραστηριότητα, ενώ έμμεσα ενισχύει την παραοικονομία, αφού δίνει κίνητρα για απόκρυψη εισοδημάτων ή/και αδήλωτη εργασία.
 
Για τους λόγους αυτούς, πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν προχωρήσει σε «Πράσινη (δηλαδή φιλο-περιβαλλοντική) Φορολογική Μεταρρύθμιση». Αυτή περιλαμβάνει διαφοροποίηση της πηγής των κρατικών εσόδων, με μείωση της φορολόγησης του κεφαλαίου και της εργασίας και αντίστοιχη αύξηση της φορολογίας δραστηριοτήτων που καταναλώνουν φυσικούς πόρους ή ρυπαίνουν. Εξειδικευμένες μελέτες στην Ευρώπη έχουν δείξει ότι, σε αντίθεση με άλλους φόρους, οι περιβαλλοντικοί φόροι στρεβλώνουν λιγότερο την οικονομική δραστηριότητα και δεν βλάπτουν την απασχόληση, ενώ ταυτόχρονα μειώνουν τη χρήση ενέργειας και φυσικών πόρων. Ειδικά σε εποχές υψηλής ανεργίας, αποκτά προτεραιότητα η μείωση του εργατικού κόστους μέσω μείωσης της άμεσης και έμμεσης φορολόγησης της εργασίας. Οι απώλειες δημόσιων εσόδων μπορούν να αντισταθμιστούν με αύξηση της περιβαλλοντικής φορολογίας. Μια τέτοια μεταρρύθμιση αμβλύνει τις στρεβλώσεις στην οικονομία, μειώνει την εξάρτηση από εισαγωγές καυσίμων και δίνει ώθηση στην καινοτομία και σε «πράσινες» επενδύσεις στους τομείς της ενέργειας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της μείωσης αποβλήτων.
 
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνουμε την υιοθέτηση μιας «πράσινης φορολογικής μεταρρύθμισης» και στην Κύπρο που να περιλαμβάνει :
 
  • Σταδιακή εισαγωγή ενός φόρου άνθρακα για κάθε έτος της επόμενης πενταετίας, για όλα τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στους τομείς της οικονομίας οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου (ΣΕΔΕ) (δηλαδή στα κτίρια, στην ελαφριά βιομηχανία και στις οδικές μεταφορές).
  •  Εισαγωγή εντός τριετίας μιας χρέωσης για το νερό ύδρευσης που να αντιστοιχεί στο κόστος της σπανιότητας νερού και το κόστος των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της χρήσης νερού στην Κύπρο – σαφώς υψηλότερης από το «κόστος πόρου» που θεσπίστηκε πρόσφατα από το Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, το οποίο είναι τόσο χαμηλό που δεν θα βοηθήσει στην καλλιέργεια υδατικής συνείδησης ούτε στην εξοικονόμηση νερού. 
  • Εισαγωγή ενιαίας παγκύπριας χρέωσης για τα συνήθη οικιακά απορρίμματα, με την επιβολή ενός οριζόντιου «φόρου ταφής απορριμμάτων» εντός τριετίας. Από αυτό το ποσό, ένα μέρος θα καλύπτει το χρηματοοικονομικό κόστος διαχείρισης των αποβλήτων παγκύπρια, και το υπόλοιπο θα αποτελεί «πράσινο φόρο» με σκοπό τη μείωση της ροής αποβλήτων στους σκυβαλότοπους και την ενθάρρυνση εναλλακτικών πρακτικών, δηλαδή μείωση, επαναχρησιμοποίηση ή ανακύκλωση αυτών.
 
Η «πράσινη φορολογική μεταρρύθμιση» προτείνεται να είναι δημοσιονομικά ουδέτερη, ώστε να μην αυξηθεί η συνολική φορολογική επιβάρυνση στη χώρα. Έτσι, τα αυξημένα έσοδα από τους ανωτέρω περιβαλλοντικούς φόρους θα μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση του κόστους εργασίας (π.χ. με μείωση των ασφαλιστέων εισφορών ή άλλων επιβαρύνσεων) ή και για την αποζημίωση ευάλωτων νοικοκυριών. 
 
Βεβαίως, η αύξηση στην τιμή των καυσίμων (όχι του ηλεκτρισμού, γιατί ο φόρος άνθρακα θα αφορά τις εκπομπές εκτός ΣΕΔΕ) αναμένεται να αυξήσει το κόστος παραγωγής σε κάποιες επιχειρήσεις. Ωστόσο, η ταυτόχρονη μείωση των ασφαλιστέων εισφορών – και άρα του εργατικού κόστους για εργοδότες και εργαζομένους – αναμένεται να αντισταθμίσει την αύξηση στο ενεργειακό κόστος. Καθώς η Κύπρος κυριαρχείται από επιχειρήσεις του τριτογενούς τομέα και είναι οικονομία εντάσεως εργασίας, η μείωση του φορολογικού βάρους στην εργασία θα ωφελήσει τη μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων. Οι εξαιρέσεις σε αυτό τον κανόνα θα είναι πολύ λίγες και μπορεί να τύχουν ειδικής μεταχείρισης αν χρειαστεί.
 
Η πρότασή μας είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη τόσο με τις συστάσεις διεθνών οργανισμών, όσο και με τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μια Ευρώπη με αποδοτική χρήση των πόρων της (resource-efficient Europe) και για επίτευξη του στόχου της «κυκλικής οικονομίας» (circular economy). Δεδομένου μάλιστα ότι οι ενεργειακοί και περιβαλλοντικοί στόχοι της Κύπρου έως το 2030 είναι πολύ φιλόδοξοι, η φορολογική μεταρρύθμιση θα δώσει κατάλληλα κίνητρα για τις επενδύσεις σε εξοικονόμηση ενέργειας, νερού και αποβλήτων. Έτσι μπορεί να συμβάλει πολύ αποφασιστικά στη σταδιακή μετατροπή της Κύπρου σε οικονομία χαμηλών εκπομπών και αποδοτικής χρήσης των φυσικών της πόρων. 
 
Σημείωση:
Βλ. αναλυτικότερη επεξήγηση των προτάσεων και της αναμενόμενης δημοσιονομικής επίδρασής τους στο άρθρο μας στο επόμενο τεύχος του Cyprus Economic Policy Review, Vol. 10, No. 2 (December 2016).
 
Γράφει ο Θεόδωρος Ζαχαριάδης
Αναπληρωτής Καθηγητής, Κοσμήτορας Σχολής Γεωτεχνικών Επιστημών και Διαχείρισης Περιβάλλοντος, Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου
Πίσω στην αρχή της σελίδας